διασκορπισθήσονται
<< διασείσητε
διασκορπισθήσονται

διασκορπισθήσονται (diaskorpisthēsontai) — 2 Occurrences

Matthew 26:31 V-FIP-3P
BIB: ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα
NAS: OF THE FLOCK SHALL BE SCATTERED.'
KJV: of the flock shall be scattered abroad.
INT: shepherd and will be scattered the sheep

Mark 14:27 V-FIP-3P
BIB: τὰ πρόβατα διασκορπισθήσονται
NAS: AND THE SHEEP SHALL BE SCATTERED.'
KJV: and the sheep shall be scattered.
INT: the sheep will be scattered


Strong's Greek 1287
9 Occurrences


διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.

διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.


<< διασείσητε
διασκορπισθήσονται

Englishman's Greek Concordance