διεσκορπισμένα
<< διεσκόρπισεν
διεσκορπισμένα

διεσκορπισμένα (dieskorpismena) — 1 Occurrence

John 11:52 V-RPM/P-ANP
BIB: θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς
NAS: of God who are scattered abroad.
KJV: of God that were scattered abroad.
INT: of God who having been scattered he might gather together into


Strong's Greek 1287
9 Occurrences


διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.

διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.


<< διεσκόρπισεν
διεσκορπισμένα

Englishman's Greek Concordance