διασείσητε
<< διεσάφησαν
διασείσητε

διασείσητε (diaseisēte) — 1 Occurrence

Luke 3:14 V-ASA-2P
BIB: αὐτοῖς Μηδένα διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε
NAS: And he said to them, Do not take money from anyone
KJV: them, Do violence to no man,
INT: to them No one oppress nor accuse falsely


Strong's Greek 1286
1 Occurrence


διασείσητε — 1 Occ.

διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.


<< διεσάφησαν
διασείσητε

Englishman's Greek Concordance