διερρήσσετο
<< διαρρήξας
διερρήσσετο

διερρήσσετο (dierrēsseto) — 1 Occurrence

Luke 5:6 V-IIM/P-3S
BIB: ἰχθύων πολύ διερρήσσετο δὲ τὰ
NAS: and their nets [began] to break;
KJV: their net brake.
INT: of fishes great was breaking moreover the


Strong's Greek 1284
5 Occurrences


διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.

διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.


<< διαρρήξας
διερρήσσετο

Englishman's Greek Concordance