διηπόρει
<< διεπορεύοντο
διηπόρει

διηπόρει (diēporei) — 2 Occurrences

Luke 9:7 V-IIA-3S
BIB: πάντα καὶ διηπόρει διὰ τὸ
NAS: that was happening; and he was greatly perplexed, because
KJV: and he was perplexed, because
INT: all and was perplexed because

Acts 10:17 V-IIA-3S
BIB: ἐν ἑαυτῷ διηπόρει ὁ Πέτρος
NAS: Peter was greatly perplexed in mind
KJV: while Peter doubted in himself
INT: in himself was perplexed Peter


Strong's Greek 1280
4 Occurrences


διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.

διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.


<< διεπορεύοντο
διηπόρει

Englishman's Greek Concordance