διαρρήσσων
<< διαρπάσει
διαρρήσσων

διαρρήσσων (diarrēssōn) — 1 Occurrence

Luke 8:29 V-PPA-NMS
BIB: φυλασσόμενος καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ
NAS: and kept under guard, and [yet] he would break his bonds
KJV: and he brake the bands,
INT: being kept and breaking the chains


Strong's Greek 1284
5 Occurrences


διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.

διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.
διαρρήξας — 1 Occ.
διερρήσσετο — 1 Occ.
διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.


<< διαρπάσει
διαρρήσσων

Englishman's Greek Concordance