διαπορευομένου
<< διαπορευόμενος
διαπορευομένου

διαπορευομένου (diaporeuomenou) — 1 Occurrence

Luke 18:36 V-PPM/P-GMS
BIB: δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί
NAS: a crowd going by, he [began] to inquire
KJV: the multitude pass by, he asked
INT: moreover a crowd passing along he asked what


Strong's Greek 1279
5 Occurrences


διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διαπορευομένου — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.

διαπεράσαντες — 2 Occ.
διαπεράσαντος — 1 Occ.
διαπερῶν — 1 Occ.
διαπερῶσιν — 1 Occ.
διεπέρασεν — 1 Occ.
διαπλεύσαντες — 1 Occ.
διαπονηθεὶς — 1 Occ.
διαπονούμενοι — 1 Occ.
διαπορεύεσθαι — 1 Occ.
διαπορευόμενος — 1 Occ.
διεπορεύετο — 1 Occ.
διεπορεύοντο — 1 Occ.
διηπόρει — 2 Occ.
διηπόρουν — 2 Occ.
διεπραγματεύσαντο — 1 Occ.
διεπρίοντο — 2 Occ.
διαρπάσαι — 1 Occ.
διαρπάσει — 2 Occ.
διαρρήσσων — 1 Occ.
διαρρήξαντες — 1 Occ.


<< διαπορευόμενος
διαπορευομένου

Englishman's Greek Concordance