διεσκορπίσθησαν
<< διεσκορπισμένα
διεσκορπίσθησαν

διεσκορπίσθησαν (dieskorpisthēsan) — 1 Occurrence

Acts 5:37 V-AIP-3P
BIB: ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν
NAS: those who followed him were scattered.
KJV: obeyed him, were dispersed.
INT: were persuaded by him were scattered


Strong's Greek 1287
9 Occurrences


διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διεσκορπίσθησαν — 1 Occ.

διέρρηξεν — 1 Occ.
Διασάφησον — 1 Occ.
διεσάφησαν — 1 Occ.
διασείσητε — 1 Occ.
διασκορπισθήσονται — 2 Occ.
διασκορπίζων — 1 Occ.
διεσκόρπισα — 1 Occ.
διεσκόρπισας — 1 Occ.
διεσκόρπισεν — 2 Occ.
διεσκορπισμένα — 1 Occ.
διασπασθῇ — 1 Occ.
διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.


<< διεσκορπισμένα
διεσκορπίσθησαν

Englishman's Greek Concordance