διάστημα
<< διεστέλλετο
διάστημα

διάστημα (diastēma) — 1 Occurrence

Acts 5:7 N-NNS
BIB: ὡρῶν τριῶν διάστημα καὶ ἡ
NAS: there elapsed an interval of about
KJV: of three hours after, when his
INT: hours three afterward also the


Strong's Greek 1292
1 Occurrence


διάστημα — 1 Occ.

διεσπάσθαι — 1 Occ.
διασπαρέντες — 2 Occ.
διεσπάρησαν — 1 Occ.
διασπορᾷ — 1 Occ.
διασπορὰν — 1 Occ.
διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.


<< διεστέλλετο
διάστημα

Englishman's Greek Concordance