διεστραμμένα
<< διαστρέψαι
διεστραμμένα

διεστραμμένα (diestrammena) — 1 Occurrence

Acts 20:30 V-RPM/P-ANP
BIB: ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾷν
NAS: speaking perverse things, to draw away
KJV: speaking perverse things, to draw away
INT: men speaking perverse things to draw away


Strong's Greek 1294
7 Occurrences


διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.

διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.


<< διαστρέψαι
διεστραμμένα

Englishman's Greek Concordance