διασώσῃ
<< διασῶσαι
διασώσῃ

διασώσῃ (diasōsē) — 1 Occurrence

Luke 7:3 V-ASA-3S
BIB: ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον
NAS: Him to come and save the life of his slave.
KJV: he would come and heal his
INT: that having come he might cure the servant


Strong's Greek 1295
8 Occurrences


διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.

διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.
διάταγμα — 1 Occ.
διεταράχθη — 1 Occ.
διαταχθέντα — 2 Occ.


<< διασῶσαι
διασώσῃ

Englishman's Greek Concordance