διεταράχθη
<< διάταγμα
διεταράχθη

διεταράχθη (dietarachthē) — 1 Occurrence

Luke 1:29 V-AIP-3S
BIB: τῷ λόγῳ διεταράχθη καὶ διελογίζετο
NAS: But she was very perplexed at [this] statement,
KJV: when she saw [him], she was troubled at
INT: the statement she was troubled and was pondering


Strong's Greek 1298
1 Occurrence


διεταράχθη — 1 Occ.

διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.
διαταγὰς — 1 Occ.
διαταγῇ — 1 Occ.
διάταγμα — 1 Occ.
διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.


<< διάταγμα
διεταράχθη

Englishman's Greek Concordance