διατεταγμένος
<< διατεταγμένον
διατεταγμένος

διατεταγμένος (diatetagmenos) — 1 Occurrence

Acts 20:13 V-RPM/P-NMS
BIB: οὕτως γὰρ διατεταγμένος ἦν μέλλων
NAS: for so he had arranged it, intending
KJV: so had he appointed, minding himself
INT: thus indeed he had arranged he is being about


Strong's Greek 1299
16 Occurrences


διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.

διάταγμα — 1 Occ.
διεταράχθη — 1 Occ.
διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.


<< διατεταγμένον
διατεταγμένος

Englishman's Greek Concordance