διετάξατο
<< διεταξάμην
διετάξατο

διετάξατο (dietaxato) — 1 Occurrence

Acts 7:44 V-AIM-3S
BIB: ἐρήμῳ καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν
NAS: to Moses directed [him] to make
KJV: as he had appointed, speaking
INT: wilderness as commanded he who spoke


Strong's Greek 1299
16 Occurrences


διαταχθέντα — 2 Occ.
διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.

διαταγεὶς — 1 Occ.
διατάσσων — 1 Occ.
διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.


<< διεταξάμην
διετάξατο

Englishman's Greek Concordance