διετήρει
<< διατηροῦντες
διετήρει

διετήρει (dietērei) — 1 Occurrence

Luke 2:51 V-IIA-3S
BIB: μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ
NAS: to them; and His mother treasured all
KJV: his mother kept all these
INT: mother of him treasured up all these


Strong's Greek 1301
2 Occurrences


διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.

διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.
διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.


<< διατηροῦντες
διετήρει

Englishman's Greek Concordance