διαθήσομαι
<< διετήρει
διαθήσομαι

διαθήσομαι (diathēsomai) — 2 Occurrences

Hebrews 8:10 V-FIM-1S
BIB: διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ
NAS: IS THE COVENANT THAT I WILL MAKE WITH THE HOUSE
KJV: that I will make with the house
INT: covenant which I will covenant with the house

Hebrews 10:16 V-FIM-1S
BIB: διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτούς
NAS: IS THE COVENANT THAT I WILL MAKE WITH THEM AFTER
KJV: that I will make with
INT: covenant which I will covenant toward them


Strong's Greek 1303
7 Occurrences


διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.

διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.
διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.


<< διετήρει
διαθήσομαι

Englishman's Greek Concordance