διέθετό
<< διατίθεμαι
διέθετό

διέθετό (dietheto) — 2 Occurrences

Luke 22:29 V-AIM-3S
BIB: ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ
NAS: granted Me a kingdom, I grant you
KJV: my Father hath appointed unto me;
INT: to you as appointed to me the

Acts 3:25 V-AIM-3S
BIB: ὁ θεὸς διέθετο πρὸς τοὺς
NAS: God made with your fathers,
KJV: which God made with our
INT: God made with the


Strong's Greek 1303
7 Occurrences


διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.

διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατελεῖτε — 1 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.
διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.


<< διατίθεμαι
διέθετό

Englishman's Greek Concordance