διατελεῖτε
<< διέταξεν
διατελεῖτε

διατελεῖτε (diateleite) — 1 Occurrence

Acts 27:33 V-PIA-2P
BIB: προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε μηθὲν προσλαβόμενοι
NAS: day that you have been constantly watching
KJV: that ye have tarried and continued fasting,
INT: watching without taking food you continue nothing having taken


Strong's Greek 1300
1 Occurrence


διατελεῖτε — 1 Occ.

διατάσσομαι — 1 Occ.
διαταξάμενος — 1 Occ.
διατάξομαι — 1 Occ.
διατεταχέναι — 1 Occ.
διατεταγμένον — 2 Occ.
διατεταγμένος — 1 Occ.
διέταξα — 1 Occ.
διεταξάμην — 1 Occ.
διετάξατο — 1 Occ.
διέταξεν — 2 Occ.
διατηροῦντες — 1 Occ.
διετήρει — 1 Occ.
διαθήσομαι — 2 Occ.
διαθέμενος — 1 Occ.
διαθεμένου — 1 Occ.
διατίθεμαι — 1 Occ.
διέθετό — 2 Occ.
διατρίβοντες — 1 Occ.
Διατρίψας — 1 Occ.
διέτριβεν — 2 Occ.


<< διέταξεν
διατελεῖτε

Englishman's Greek Concordance