διαστρέψαι
<< διαστρέφοντα
διαστρέψαι

διαστρέψαι (diastrepsai) — 1 Occurrence

Acts 13:8 V-ANA
BIB: αὐτοῦ ζητῶν διαστρέψαι τὸν ἀνθύπατον
NAS: them, seeking to turn the proconsul
KJV: seeking to turn away the deputy
INT: of him seeking to turn away the procounsul


Strong's Greek 1294
7 Occurrences


διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διαστρέψαι — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.

διασπορᾶς — 1 Occ.
διαστελλόμενον — 1 Occ.
διεστειλάμεθα — 1 Occ.
διεστείλατο — 4 Occ.
διεστέλλετο — 2 Occ.
διάστημα — 1 Occ.
διαστολή — 2 Occ.
διαστολὴν — 1 Occ.
διαστρέφων — 1 Occ.
διαστρέφοντα — 1 Occ.
διεστραμμένα — 1 Occ.
διεστραμμένη — 2 Occ.
διεστραμμένης — 1 Occ.
διασῶσαι — 1 Occ.
διασώσῃ — 1 Occ.
διασώσωσι — 1 Occ.
διασωθῆναι — 1 Occ.
διασωθέντα — 1 Occ.
διασωθέντες — 1 Occ.
διεσώθησαν — 2 Occ.


<< διαστρέφοντα
διαστρέψαι

Englishman's Greek Concordance