διαφημίζειν
<< διαφύγῃ
διαφημίζειν

διαφημίζειν (diaphēmizein) — 1 Occurrence

Mark 1:45 V-PNA
BIB: πολλὰ καὶ διαφημίζειν τὸν λόγον
NAS: it freely and to spread the news
KJV: and to blaze abroad the matter,
INT: much and to spread abroad the matter


Strong's Greek 1310
3 Occurrences


διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.

διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.


<< διαφύγῃ
διαφημίζειν

Englishman's Greek Concordance