διαφθείροντας
<< διαφθείρεται
διαφθείροντας

διαφθείροντας (diaphtheirontas) — 1 Occurrence

Revelation 11:18 V-PPA-AMP
BIB: διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν
NAS: those who destroy the earth.
KJV: shouldest destroy them which destroy the earth.
INT: to destroy those who are destroying the earth


Strong's Greek 1311
6 Occurrences


διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.

διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.


<< διαφθείρεται
διαφθείροντας

Englishman's Greek Concordance