διεφήμισαν
<< διαφημίζειν
διεφήμισαν

διεφήμισαν (diephēmisan) — 1 Occurrence

Matthew 9:31 V-AIA-3P
BIB: δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν
NAS: But they went out and spread the news about Him throughout
KJV: spread abroad his fame in all
INT: however having gone out they make known him in


Strong's Greek 1310
3 Occurrences


διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.

διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.


<< διαφημίζειν
διεφήμισαν

Englishman's Greek Concordance