διενέγκῃ
<< διαφέροντα
διενέγκῃ

διενέγκῃ (dienenkē) — 1 Occurrence

Mark 11:16 V-ASA-3S
BIB: ἵνα τις διενέγκῃ σκεῦος διὰ
NAS: anyone to carry merchandise
KJV: any man should carry [any] vessel
INT: that anyone should carry a vessel through


Strong's Greek 1308
13 Occurrences


διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.

διέτριβον — 3 Occ.
διετρίψαμεν — 1 Occ.
διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.


<< διαφέροντα
διενέγκῃ

Englishman's Greek Concordance