διεφημίσθη
<< διεφήμισαν
διεφημίσθη

διεφημίσθη (diephēmisthē) — 1 Occurrence

Matthew 28:15 V-AIP-3S
BIB: ἐδιδάχθησαν Καὶ διεφημίσθη ὁ λόγος
NAS: story was widely spread among
KJV: saying is commonly reported among
INT: they were taught And is spread abroad the report


Strong's Greek 1310
3 Occurrences


διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.

διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφύγῃ — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.


<< διεφήμισαν
διεφημίσθη

Englishman's Greek Concordance