διαφυλάξαι
<< διαφόροις
διαφυλάξαι

διαφυλάξαι (diaphylaxai) — 1 Occurrence

Luke 4:10 V-ANA
BIB: σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε
NAS: CONCERNING YOU TO GUARD YOU,'
KJV: over thee, to keep thee:
INT: you to guard you


Strong's Greek 1314
1 Occurrence


διαφυλάξαι — 1 Occ.

διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.
διαχωρίζεσθαι — 1 Occ.
διδακτικόν — 2 Occ.
διδακτοὶ — 1 Occ.
διδακτοῖς — 2 Occ.
διδασκαλίᾳ — 11 Occ.
διδασκαλίαις — 1 Occ.
διδασκαλίαν — 3 Occ.
διδασκαλίας — 6 Occ.


<< διαφόροις
διαφυλάξαι

Englishman's Greek Concordance