διαχωρίζεσθαι
<< διεχειρίσασθε
διαχωρίζεσθαι

διαχωρίζεσθαι (diachōrizesthai) — 1 Occurrence

Luke 9:33 V-PNM/P
BIB: ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ'
NAS: And as these were leaving Him, Peter
KJV: as they departed from him,
INT: as departed these from


Strong's Greek 1316
1 Occurrence


διαχωρίζεσθαι — 1 Occ.

διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.
διδακτικόν — 2 Occ.
διδακτοὶ — 1 Occ.
διδακτοῖς — 2 Occ.
διδασκαλίᾳ — 11 Occ.
διδασκαλίαις — 1 Occ.
διδασκαλίαν — 3 Occ.
διδασκαλίας — 6 Occ.
Διδάσκαλε — 31 Occ.
διδασκάλων — 1 Occ.
διδάσκαλοι — 4 Occ.


<< διεχειρίσασθε
διαχωρίζεσθαι

Englishman's Greek Concordance