διδακτικόν
<< διαχωρίζεσθαι
διδακτικόν

διδακτικόν (didaktikon) — 2 Occurrences

1 Timothy 3:2 Adj-AMS
BIB: κόσμιον φιλόξενον διδακτικόν
NAS: hospitable, able to teach,
KJV: given to hospitality, apt to teach;
INT: respectable hospitable able to teach

2 Timothy 2:24 Adj-AMS
BIB: πρὸς πάντας διδακτικόν ἀνεξίκακον
NAS: to all, able to teach, patient when wronged,
KJV: unto all [men], apt to teach, patient,
INT: toward all able to teach forbearing


Strong's Greek 1317
2 Occurrences


διδακτικόν — 2 Occ.

διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.
διάφορα — 1 Occ.
διαφορωτέρας — 1 Occ.
διαφορώτερον — 1 Occ.
διαφόροις — 1 Occ.
διαφυλάξαι — 1 Occ.
διαχειρίσασθαι — 1 Occ.
διεχειρίσασθε — 1 Occ.
διαχωρίζεσθαι — 1 Occ.
διδακτοὶ — 1 Occ.
διδακτοῖς — 2 Occ.
διδασκαλίᾳ — 11 Occ.
διδασκαλίαις — 1 Occ.
διδασκαλίαν — 3 Occ.
διδασκαλίας — 6 Occ.
Διδάσκαλε — 31 Occ.
διδασκάλων — 1 Occ.
διδάσκαλοι — 4 Occ.
διδάσκαλον — 5 Occ.


<< διαχωρίζεσθαι
διδακτικόν

Englishman's Greek Concordance