διεκρίνοντο
<< διεκρίνομεν
διεκρίνοντο

διεκρίνοντο (diekrinonto) — 1 Occurrence

Acts 11:2 V-IIM-3P
BIB: εἰς Ἰερουσαλήμ διεκρίνοντο πρὸς αὐτὸν
NAS: who were circumcised took issue with him,
KJV: the circumcision contended with
INT: to Jerusalem contended with him


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.
διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.
διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.


<< διεκρίνομεν
διεκρίνοντο

Englishman's Greek Concordance