διακρίνει
<< διακρίναντα
διακρίνει

διακρίνει (diakrinei) — 1 Occurrence

1 Corinthians 4:7 V-PIA-3S
BIB: γάρ σε διακρίνει τί δὲ
NAS: For who regards you as superior? What
KJV: thee to differ [from another]? and
INT: indeed you makes different What moreover


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διάκονον — 2 Occ.
διάκονος — 15 Occ.
διακόνους — 2 Occ.
διακόσιαι — 1 Occ.
διακοσίας — 2 Occ.
διακοσίων — 3 Occ.
διακοσίους — 2 Occ.
Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.


<< διακρίναντα
διακρίνει

Englishman's Greek Concordance