διακριθῆτε
<< διακριθῇ
διακριθῆτε

διακριθῆτε (diakrithēte) — 1 Occurrence

Matthew 21:21 V-ASP-2P
BIB: καὶ μὴ διακριθῆτε οὐ μόνον
NAS: faith and do not doubt, you will not only
KJV: faith, and doubt not, ye shall
INT: and not do doubt not only


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.
διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.


<< διακριθῇ
διακριθῆτε

Englishman's Greek Concordance