διακρίνων
<< διακρινέτωσαν
διακρίνων

διακρίνων (diakrinōn) — 1 Occurrence

1 Corinthians 11:29 V-PPA-NMS
BIB: πίνει μὴ διακρίνων τὸ σῶμα
NAS: to himself if he does not judge the body
KJV: not discerning the Lord's
INT: drinks not discerning the body


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διακόσιαι — 1 Occ.
διακοσίας — 2 Occ.
διακοσίων — 3 Occ.
διακοσίους — 2 Occ.
Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.


<< διακρινέτωσαν
διακρίνων

Englishman's Greek Concordance