διακριθῇ
<< διακρινομένους
διακριθῇ

διακριθῇ (diakrithē) — 1 Occurrence

Mark 11:23 V-ASP-3S
BIB: καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ
NAS: into the sea,' and does not doubt in his heart,
KJV: shall not doubt in his
INT: and not shall doubt in the


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διακοσίους — 2 Occ.
Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.
διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.


<< διακρινομένους
διακριθῇ

Englishman's Greek Concordance