διακρινέτωσαν
<< διακρίνειν
διακρινέτωσαν

διακρινέτωσαν (diakrinetōsan) — 1 Occurrence

1 Corinthians 14:29 V-PMA-3P
BIB: οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν
NAS: and let the others pass judgment.
KJV: let the other judge.
INT: the others let discern


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διακόνους — 2 Occ.
διακόσιαι — 1 Occ.
διακοσίας — 2 Occ.
διακοσίων — 3 Occ.
διακοσίους — 2 Occ.
Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.


<< διακρίνειν
διακρινέτωσαν

Englishman's Greek Concordance