διακρίνειν
<< διακρίνει
διακρίνειν

διακρίνειν (diakrinein) — 1 Occurrence

Matthew 16:3 V-PNA
BIB: οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν τὰ δὲ
NAS: Do you know how to discern the appearance
KJV: ye can discern the face
INT: sky you know [how] to discern moreover


Strong's Greek 1252
19 Occurrences


διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρίνειν — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.

διάκονος — 15 Occ.
διακόνους — 2 Occ.
διακόσιαι — 1 Occ.
διακοσίας — 2 Occ.
διακοσίων — 3 Occ.
διακοσίους — 2 Occ.
Διακούσομαί — 1 Occ.
διακρῖναι — 1 Occ.
διακρίναντα — 1 Occ.
διακρίνει — 1 Occ.
διακρινέτωσαν — 1 Occ.
διακρίνων — 1 Occ.
διακρινόμενος — 5 Occ.
διακρινομένους — 1 Occ.
διακριθῇ — 1 Occ.
διακριθῆτε — 1 Occ.
διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.


<< διακρίνει
διακρίνειν

Englishman's Greek Concordance