διαλέγεται
<< διελάλουν
διαλέγεται

διαλέγεται (dialegetai) — 1 Occurrence

Hebrews 12:5 V-PIM/P-3S
BIB: ὡς υἱοῖς διαλέγεται Υἱέ μου
NAS: which is addressed to you as sons,
KJV: which speaketh unto you
INT: as to sons he addresses son of me


Strong's Greek 1256
13 Occurrences


διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.

διέκρινεν — 1 Occ.
διεκρίνομεν — 1 Occ.
διεκρίνοντο — 1 Occ.
διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.
διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.


<< διελάλουν
διαλέγεται

Englishman's Greek Concordance