διαλογίζεσθαι
<< διαλλάγηθι
διαλογίζεσθαι

διαλογίζεσθαι (dialogizesthai) — 1 Occurrence

Luke 5:21 V-PNM/P
BIB: καὶ ἤρξαντο διαλογίζεσθαι οἱ γραμματεῖς
NAS: began to reason, saying,
KJV: began to reason, saying,
INT: And began to reason the scribes


Strong's Greek 1260
16 Occurrences


διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.

διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.


<< διαλλάγηθι
διαλογίζεσθαι

Englishman's Greek Concordance