διελέξατο
<< διελέγετο
διελέξατο

διελέξατο (dielexato) — 2 Occurrences

Acts 17:2 V-AIM-3S
BIB: σάββατα τρία διελέξατο αὐτοῖς ἀπὸ
NAS: Sabbaths reasoned with them from the Scriptures,
KJV: sabbath days reasoned with them
INT: Sabbaths three reasoned with them from

Acts 18:19 V-AIM-3S
BIB: τὴν συναγωγὴν διελέξατο τοῖς Ἰουδαίοις
NAS: the synagogue and reasoned with the Jews.
KJV: the synagogue, and reasoned with the Jews.
INT: the synagogue reasoned with the Jews


Strong's Greek 1256
13 Occurrences


διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.

διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.
διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.


<< διελέγετο
διελέξατο

Englishman's Greek Concordance