διελογίζετο
<< διελογίζεσθε
διελογίζετο

διελογίζετο (dielogizeto) — 2 Occurrences

Luke 1:29 V-IIM/P-3S
BIB: διεταράχθη καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη
NAS: at [this] statement, and kept pondering what kind
KJV: and cast in her mind what manner
INT: she was troubled and was pondering of what kind might be

Luke 12:17 V-IIM/P-3S
BIB: καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ
NAS: And he began reasoning to himself,
KJV: And he thought within himself,
INT: And he was reasoning within himself


Strong's Greek 1260
16 Occurrences


διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.

διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.


<< διελογίζεσθε
διελογίζετο

Englishman's Greek Concordance