διελύθησαν
<< διαλογισμοὺς
διελύθησαν

διελύθησαν (dielythēsan) — 1 Occurrence

Acts 5:36 V-AIP-3P
BIB: ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο
NAS: followed him were dispersed and came
KJV: him, were scattered, and
INT: were persuaded by him were dispersed and came


Strong's Greek 1262
1 Occurrence


διελύθησαν — 1 Occ.

διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.


<< διαλογισμοὺς
διελύθησαν

Englishman's Greek Concordance