διαμαρτύρηται
<< διαμαρτύρασθαι
διαμαρτύρηται

διαμαρτύρηται (diamartyrētai) — 1 Occurrence

Luke 16:28 V-PSM/P-3S
BIB: ἀδελφούς ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς ἵνα
NAS: in order that he may warn them, so
KJV: that he may testify unto them,
INT: brothers so that he might warn them that


Strong's Greek 1263
15 Occurrences


διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.

διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.


<< διαμαρτύρασθαι
διαμαρτύρηται

Englishman's Greek Concordance