διεμαρτύρατο
<< διεμαρτυράμεθα
διεμαρτύρατο

διεμαρτύρατο (diemartyrato) — 2 Occurrences

Acts 2:40 V-AIM-3S
BIB: λόγοις πλείοσιν διεμαρτύρατο καὶ παρεκάλει
NAS: words he solemnly testified and kept on exhorting
KJV: other words did he testify and exhort,
INT: words many he earnestly testified and exhorted

Hebrews 2:6 V-AIM-3S
BIB: διεμαρτύρατο δέ πού
NAS: But one has testified somewhere,
KJV: in a certain place testified, saying,
INT: fully testified moreover somewhere


Strong's Greek 1263
15 Occurrences


διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.

διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.


<< διεμαρτυράμεθα
διεμαρτύρατο

Englishman's Greek Concordance