διεμάχοντο
<< διεμαρτύρω
διεμάχοντο

διεμάχοντο (diemachonto) — 1 Occurrence

Acts 23:9 V-IIM/P-3P
BIB: τῶν Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες Οὐδὲν
NAS: stood up and [began] to argue heatedly, saying,
KJV: arose, and strove, saying,
INT: of the Pharisees they were contending saying Nothing


Strong's Greek 1264
1 Occurrence


διεμάχοντο — 1 Occ.

διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.


<< διεμαρτύρω
διεμάχοντο

Englishman's Greek Concordance