διαμείνῃ
<< διεμάχοντο
διαμείνῃ

διαμείνῃ (diameinē) — 1 Occurrence

Galatians 2:5 V-ASA-3S
BIB: τοῦ εὐαγγελίου διαμείνῃ πρὸς ὑμᾶς
NAS: of the gospel would remain with you.
KJV: of the gospel might continue with
INT: of the gospel might continue with you


Strong's Greek 1265
5 Occurrences


διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.

διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.


<< διεμάχοντο
διαμείνῃ

Englishman's Greek Concordance