διεμαρτυράμεθα
<< διαμαρτυρόμενος
διεμαρτυράμεθα

διεμαρτυράμεθα (diemartyrametha) — 1 Occurrence

1 Thessalonians 4:6 V-AIM-1P
BIB: ὑμῖν καὶ διεμαρτυράμεθα
NAS: told you before and solemnly warned [you].
KJV: you and testified.
INT: you and fully testified


Strong's Greek 1263
15 Occurrences


διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.

διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.


<< διαμαρτυρόμενος
διεμαρτυράμεθα

Englishman's Greek Concordance