Διαμαρτύρομαι
<< διαμαρτύρεταί
Διαμαρτύρομαι

Διαμαρτύρομαι (Diamartyromai) — 2 Occurrences

1 Timothy 5:21 V-PIM/P-1S
BIB: Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ
NAS: I solemnly charge you in the presence
KJV: I charge [thee] before God,
INT: I earnestly testify before

2 Timothy 4:1 V-PIM/P-1S
BIB: Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ
NAS: I solemnly charge [you] in the presence
KJV: I charge [thee] therefore before
INT: I earnestly testify before


Strong's Greek 1263
15 Occurrences


διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.

διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.


<< διαμαρτύρεταί
Διαμαρτύρομαι

Englishman's Greek Concordance