διέμενεν
<< διαμένεις
διέμενεν

διέμενεν (diemenen) — 1 Occurrence

Luke 1:22 V-IIA-3S
BIB: αὐτοῖς καὶ διέμενεν κωφός
NAS: and he kept making signs to them, and remained mute.
KJV: unto them, and remained speechless.
INT: to them and remained mute


Strong's Greek 1265
5 Occurrences


διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.

Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.


<< διαμένεις
διέμενεν

Englishman's Greek Concordance