διεμέριζον
<< διεμερίσθη
διεμέριζον

διεμέριζον (diemerizon) — 1 Occurrence

Acts 2:45 V-IIA-3P
BIB: ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσιν
NAS: and possessions and were sharing them with all,
KJV: goods, and parted them to all
INT: they sold and divided them to all


Strong's Greek 1266
12 Occurrences


διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.

διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διαμερισμόν — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
διανοήματα — 1 Occ.
διανοίᾳ — 5 Occ.
διάνοιαν — 4 Occ.
διανοίας — 2 Occ.
διανοιῶν — 1 Occ.
Διανοίχθητι — 1 Occ.
διανοίγων — 1 Occ.


<< διεμερίσθη
διεμέριζον

Englishman's Greek Concordance