διαμερίζονται
<< διαμεριζόμενοι
διαμερίζονται

διαμερίζονται (diamerizontai) — 1 Occurrence

Mark 15:24 V-PIM-3P
BIB: αὐτὸν καὶ διαμερίζονται τὰ ἱμάτια
NAS: And they crucified Him, and divided up His garments
KJV: him, they parted his
INT: him also they divided the garments


Strong's Greek 1266
12 Occurrences


διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.

διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.
διαμερισμόν — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
διανοήματα — 1 Occ.
διανοίᾳ — 5 Occ.
διάνοιαν — 4 Occ.
διανοίας — 2 Occ.


<< διαμεριζόμενοι
διαμερίζονται

Englishman's Greek Concordance