διεμερίσθη
<< διεμερίσαντο
διεμερίσθη

διεμερίσθη (diemeristhē) — 1 Occurrence

Luke 11:18 V-AIP-3S
BIB: ἐφ' ἑαυτὸν διεμερίσθη πῶς σταθήσεται
NAS: Satan also is divided against himself,
KJV: Satan also be divided against himself,
INT: against himself be divided how will stand


Strong's Greek 1266
12 Occurrences


διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.

διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.
διαμερισμόν — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
διανοήματα — 1 Occ.
διανοίᾳ — 5 Occ.
διάνοιαν — 4 Occ.
διανοίας — 2 Occ.
διανοιῶν — 1 Occ.
Διανοίχθητι — 1 Occ.


<< διεμερίσαντο
διεμερίσθη

Englishman's Greek Concordance