διαμεριζόμενοι
<< διαμεριζόμεναι
διαμεριζόμενοι

διαμεριζόμενοι (diamerizomenoi) — 1 Occurrence

Luke 23:34 V-PPM-NMP
BIB: τί ποιοῦσιν διαμεριζόμενοι δὲ τὰ
NAS: lots, dividing up His garments
KJV: they do. And they parted his raiment,
INT: what they do dividing moreover the


Strong's Greek 1266
12 Occurrences


διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμεριζόμενοι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.

διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.
διαμένει — 1 Occ.
διαμένεις — 1 Occ.
διέμενεν — 1 Occ.
διαμεμερισμένοι — 1 Occ.
διαμερίσατε — 1 Occ.
διαμερισθήσονται — 1 Occ.
διαμερισθεῖσα — 1 Occ.
διαμεριζόμεναι — 1 Occ.
διαμερίζονται — 1 Occ.
διεμερίσαντο — 3 Occ.
διεμερίσθη — 1 Occ.
διεμέριζον — 1 Occ.
διαμερισμόν — 1 Occ.
διανεμηθῇ — 1 Occ.
διανεύων — 1 Occ.
διανοήματα — 1 Occ.
διανοίᾳ — 5 Occ.
διάνοιαν — 4 Occ.


<< διαμεριζόμεναι
διαμεριζόμενοι

Englishman's Greek Concordance